Ο εμβληματικός τεχνικός Τζόκο Χατζιέφσκι ανοίγει την καρδιά του στο Kastoras Sports σε μια εξομολόγηση γεμάτη νοσταλγία. Αποκαλύπτει το παρασκήνιο της άφιξής του στην Ελλάδα, το αδιανόητο έπος στο Κύπελλο με τον αποκλεισμό του ΠΑΟΚ, τις έντονες στιγμές με τον αείμνηστο Παναγιώτη Σπυρόπουλο, αλλά και το νέο του «θαύμα» στη Βουλγαρία, έχοντας στο πλευρό του τον εγγονό του.
Η αρχή του προπονητικού ταξιδιού από τα Μπίτολα
Η προπονητική διαδρομή του Τζόκο Χατζιέφσκι ξεκινά το μακρινό 1988 από τη γενέτειρά του τα Μπίτολα και την τοπική ομάδα Πέλιστερ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη και ποδοσφαιρική δύναμη της χώρας του. Για τέσσερα χρόνια προσφέρει τις υπηρεσίες του στα τμήματα υποδομής, μέχρι που έρχεται η μεγάλη στιγμή. Σε ηλικία μόλις 32 ετών, αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία της πρώτης ομάδας, γράφοντας ιστορία ως ο νεότερος πρώτος προπονητής στα χρονικά του ποδοσφαίρου της πατρίδας του.
Η μετέπειτα πορεία του στη Βαρντάρ Σκοπίων είναι σαρωτική, με την κατάκτηση πέντε πρωταθλημάτων και δύο κυπέλλων να εκτοξεύει τη φήμη του και να του ανοίγει τις πόρτες για σημαντικούς συλλόγους των Βαλκανίων. Πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα, ο έμπειρος τεχνικός είχε ήδη προλάβει να χτίσει ένα σπουδαίο όνομα, περνώντας από τους πάγκους ιστορικών ομάδων όπως η βουλγαρική ΤΣΣΚΑ Σόφιας (1993-94) και η σερβική Βοϊβοντίνα (1995-96).
Σύντομα, το όνομά του άρχισε να ακούγεται έντονα και στα ελληνικά λημέρια. Η πρώτη ομάδα που εκδήλωσε επίσημο ενδιαφέρον δεν ήταν η Καστοριά, αλλά ο ΠΑΣ Γιάννινα, ο οποίος τότε αγωνιζόταν στην Α' Εθνική (2002-03), προτού υποβιβαστεί για εξωαγωνιστικούς λόγους.
Ο έμπειρος τεχνικός θυμάται χαρακτηριστικά εκείνες τις πρώτες επαφές: «Είχα ταξιδέψει μάλιστα στα Ιωάννινα για να παρακολουθήσω από κοντά ένα συγκλονιστικό παιχνίδι, όπου ο ΠΑΣ είχε κερδίσει τον ΠΑΟΚ με 3-2. Οι συζητήσεις με τους ανθρώπους της ομάδας ήταν σε πολύ καλό κλίμα».
Το ρίσκο της Γ' Εθνικής και οι αντιδράσεις
Ωστόσο, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Πριν προλάβει να επιστρέψει στην πατρίδα του, τον προσεγγίζει στη Θεσσαλονίκη ο μάνατζερ Πάνος Δαδάλας, μεταφέροντάς του το ενδιαφέρον μιας άλλης ιστορικής ομάδας. Της Καστοριάς. Το όνομα δεν του ήταν άγνωστο. Γνώριζε καλά πως επρόκειτο για την ομάδα που είχε κάνει το ποδοσφαιρικό θαύμα του 1980 κατακτώντας το Κύπελλο Ελλάδας, ενώ την είχε αντιμετωπίσει και στο παρελθόν σε φιλική αναμέτρηση. Εκείνη την περίοδο, όμως, η Καστοριά βρισκόταν στη Γ' Εθνική. Μια κατηγορία ιδιαίτερα σκληρή και ανταγωνιστική τότε, με την παρουσία ιστορικών "θηρίων" όπως η Λάρισα, η Βέροια και η Δόξα Δράμας.
«Η αλήθεια είναι πως στην αρχή ήμουν αρκετά διστακτικός», εξομολογείται ο Χατζιέφσκι. «Το γεγονός ότι η ομάδα αγωνιζόταν σε μια τόσο χαμηλή κατηγορία με προβλημάτιζε. Όταν όμως μίλησα με τους διοικούντες, μου μετέφεραν ένα πολύ υψηλό και φιλόδοξο πλάνο. Σκέφτηκα πως όλο αυτό αποτελούσε μια σπουδαία πρόκληση για μένα: να γνωρίσω μια νέα κουλτούρα και να μάθω μια διαφορετική γλώσσα».
Η απόφασή του να πει το «ναι» δεν αντιμετωπίστηκε από όλους με τον ίδιο ενθουσιασμό. «Μόλις μαθεύτηκε ότι αποδέχομαι την πρόταση, πολλοί συνάδελφοί μου προπονητές με πίεζαν να αλλάξω γνώμη. "Πού πας σε μια τόσο μικρή ομάδα και σε μια τόσο χαμηλή κατηγορία;" μου έλεγαν, "πρέπει να κυνηγήσεις κάτι καλύτερο". Παρά τις αμφιβολίες τους, εγώ πήρα το ρίσκο. Και δεν το μετάνιωσα ούτε για μια στιγμή. Αποδείχθηκε μια εξαιρετική, μια απόλυτα σωστή επιλογή για την καριέρα μου».
Οι «στρατιώτες» του στο γήπεδο και το οικογενειακό κλίμα
Όταν η κουβέντα γυρίζει στο αγωνιστικό κομμάτι εκείνης της περιόδου, ο Τζόκο Χατζιέφσκι θυμάται έναν προς έναν όλους τους ποδοσφαιριστές που είχε υπό την καθοδήγησή του, όμως η αναφορά του στον τότε αρχηγό της ομάδας του 2003-04 Δημήτρη Καπετανόπουλο είναι ξεχωριστή.
«Ο Δημήτρης ήταν ένας πραγματικός ηγέτης μέσα και έξω από τις γραμμές του γηπέδου», τονίζει με θαυμασμό. «Κουβαλούσε ένα σπουδαίο όνομα, έχοντας γράψει τη δική του ιστορία για οκτώ χρόνια στον ΠΑΟΚ, αλλά πάνω από όλα ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας. Ένιωθα πραγματικά τυχερός που τον είχα παίκτη μου».
Στη συνέχεια της συζήτησης, οι αναμνήσεις ζωντανεύουν μέσα κι από άλλα ονόματα που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην Καστοριά και στα ελληνικά γήπεδα. «Πώς να ξεχάσω τον Γιάννη Συμεωνίδη, έναν εξαιρετικό τερματοφύλακα, τον Νίκο Σουλτανίδη, τον Σάββα Παντελιάδη ή τον Νίκο Λαζαρίδη;» αναρωτιέται ο έμπειρος τεχνικός. «Ήταν παιδιά που μαζί μου έχτισαν ένα πολύ καλό όνομα στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Φυσικά, δεν θέλω να αδικήσω κανέναν. Όλα τα παιδιά συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί μια ομάδα με σπάνια χημεία και ιδανικό κλίμα στα αποδυτήρια».
Η ζωή στη λίμνη και το πανό που έγραψε ιστορία
Εκτός από το ποδόσφαιρο, η ίδια η πόλη της Καστοριάς κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. Η καθημερινότητά του εκεί ήταν όμορφη, γεμάτη από τη ζεστασιά των ντόπιων.
«Συνάντησα υπέροχους, ευγενικούς ανθρώπους και η υποδοχή που μου επιφύλασσαν όλοι ήταν συγκινητική. Ένιωθα σαν στο σπίτι μου», θυμάται με νοσταλγία. «Δεν άκουσα ποτέ ούτε μια κακή κουβέντα για μένα. Εκεί έκανα αληθινούς φίλους, με τους οποίους διατηρώ επαφή μέχρι και σήμερα. Τις ελεύθερες ώρες μου, μου άρεσε να χαλαρώνω στις καφετέριες δίπλα στη λίμνη και να απολαμβάνω το φαγητό στα παραδοσιακά ψαράδικα».
Εκείνα τα χρόνια, η καθημερινότητά του είχε και μια δυσκολία, καθώς η οικογένειά του δεν ζούσε μόνιμα μαζί του. Ταξίδευαν στην Καστοριά μόνο τα Σαββατοκύριακα, όταν η ομάδα είχε εντός έδρας αγώνες. Έτσι, ο Χατζιέφσκι περνούσε τον χρόνο του στο ξενοδοχείο «Βυζάντιο» ακριβώς πίσω από το γήπεδο. Εκεί έμενε μαζί με τον στενό του συνεργάτη και βοηθό του, τον συμπατριώτη του Μπλαγκόγια Ιστάτοφ, ένα σπουδαίο όνομα του γιουγκοσλαβικού ποδοσφαίρου, πρώην τερματοφύλακας της Παρτιζάν Βελιγραδίου και της Ουτρέχτης. «Ήμασταν απίστευτα δεμένοι, τον ένιωθα σαν πραγματικό μου αδερφό», εξομολογείται.
Ωστόσο, η πιο έντονη και χαραγμένη στη μνήμη του στιγμή ήρθε την ημέρα που ολοκληρώθηκε η πρώτη του θητεία στον πάγκο της ομάδας, στις 24 Μαρτίου του 2004, λίγο πριν μετακομίσει στη Δόξα Δράμας. «Όταν ήρθε η ώρα να αποχωρήσω, οι φίλαθλοι της Καστοριάς σήκωσαν ένα πανό που έγραφε: "Τζόκο για πάντα Καστοριά". Αυτό το σκηνικό δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Αυτός ο κόσμος θα είναι για πάντα μέσα στην καρδιά μου».
Το ιστορικό έπος του Κυπέλλου και οι αποφάσεις της στιγμής
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Τζόκο Χατζιέφσκι με την Καστοριά δεν άργησε να έρθει, παρότι δεν πρόλαβε να την πανηγυρίσει, ήταν η κατάκτηση του πρωταθλήματος της Γ' Εθνικής (2003-04) και η πανηγυρική άνοδος στη Β' Εθνική. Εκείνη τη σεζόν, η ομάδα έκανε μια κυριολεκτικά εντυπωσιακή πορεία.
Το πραγματικό θαύμα, όμως, που ο ίδιος ξεχωρίζει ως τη μεγαλύτερη επιτυχία του στην ομάδα, γράφτηκε την ίδια αγωνιστική περίοδο στον θεσμό του Κυπέλλου Ελλάδας. Η Καστοριά πέτυχε ένα αδιανόητο επίτευγμα, φτάνοντας μέχρι τα ημιτελικά της διοργάνωσης, η πρώτη ομάδα Γ' Εθνικής που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο μέχρι και σήμερα στο θεσμό, αφήνοντας μάλιστα εκτός τον εν ενεργεία Κυπελλούχο Ελλάδας, ΠΑΟΚ! Στα ημιτελικά, το ταξίδι σταμάτησε απέναντι στον Ολυμπιακό, όμως η πορεία δίπλα σε μεγαθήρια όπως ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ, το έτερο ζευγάρι των ημιτελικών, ήταν ήδη ένα τεράστιο επίτευγμα.
Ωστόσο, η μοίρα του έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι. Πριν προλάβει να ολοκληρωθεί το πρωτάθλημα και προτού η ομάδα αγωνιστεί στα μεγάλα παιχνίδια των ημιτελικών απέναντι στον Ολυμπιακό, ο έμπειρος τεχνικός απομακρύνθηκε απρόσμενα από τον πάγκο...
«Όλη η Ελλάδα μιλούσε για εμάς τότε. Όλες οι εφημερίδες είχαν κεντρικό θέμα αυτή την πορεία», θυμάται με υπερηφάνεια. «Η ομάδα έπαιζε εκπληκτικό, ελκυστικό ποδόσφαιρο και ο κόσμος γέμιζε ασφυκτικά το γήπεδο. Φανταστείτε ότι ερχόταν κόσμος ακόμα και από την πατρίδα μου για να παρακολουθήσει τα παιχνίδια της Καστοριάς! Ζήσαμε μοναδικές στιγμές που δεν ξεχνιούνται με τίποτα».
Όμως, το βαρύ πρόγραμμα εκείνης της αγωνιστικής περιόδου και η εξάντληση λειτούργησαν ως «παγίδα». Ο έμπειρος τεχνικός θυμάται με κάθε λεπτομέρεια το κρίσιμο σημείο που άλλαξε τις ισορροπίες και έφερε την πρόωρη λύση της συνεργασίας του με τον σύλλογο: «Βρεθήκαμε να παίζουμε τρία συνεχόμενα απαιτητικά παιχνίδια εκτός έδρας, μέσα σε μία εβδομάδα: Κυριακή, Τετάρτη και ξανά Κυριακή. Το πρώτο με τη Θύελλα Πατρών, μεσοβδόμαδα με την Καβάλα και το τελευταίο στην Αθήνα με το Μαρκό. Διανύσαμε πάνω από 3.000 χιλιόμετρα στους δρόμους. Η κόπωση των παικτών ήταν πρωτοφανής. Ο απολογισμός εκείνου του Γολγοθά ήταν δύο ισοπαλίες και μία ήττα».
Αυτό το αρνητικό σερί αποδείχθηκε αρκετό για να φέρει την κρίση. Ο πρόεδρος Παναγιώτης Σπυρόπουλος, παρασυρόμενος από το πάθος του για την ομάδα, δεν έμεινε ικανοποιημένος. Σε μια απόφαση που σόκαρε τους πάντες, μόλις εννιά αγωνιστικές πριν από το τέλος του πρωταθλήματος και ενώ η Καστοριά ήταν στην πρώτη θέση του βαθμολογικού πίνακα και στους «4» του Κυπέλλου Ελλάδος, έλυσε τη συνεργασία του με τον πολύπειρο Βαλκάνιο προπονητή.
Παρά την πικρία εκείνης της στιγμής, ο Χατζιέφσκι κοιτάζει το παρελθόν με απόλυτη ωριμότητα: «Δεν κράτησα ποτέ κακία στον πρόεδρο. Από τη κοινή μας πορεία έχω να θυμάμαι μόνο όμορφες στιγμές. Είχαμε μια άψογη συνεργασία, η οποία αποτυπώθηκε στο γήπεδο. Ήταν ένας ιστορικός και εμβληματικός πρόεδρος, ένας άνθρωπος που λάτρευε το καλό ποδόσφαιρο, βαθιά συναισθηματικός. Ορισμένες φορές, βέβαια, έχανε τον έλεγχο λόγω αυτού του πάθους και έπαιρνε αποφάσεις της στιγμής, όπως συνέβη τότε και με μένα. Θα τον θυμάμαι με πολύ αγάπη. Κάθε φορά που ερχόταν στο προπονητικό κέντρο στην Πορειά, είχε πάντα ένα πλατύ χαμόγελο».
Η μεγάλη επιστροφή και ο οριστικός επίλογος
Μετά την απρόσμενη απομάκρυνσή του, ο Τζόκο Χατζιέφσκι εργάστηκε για έξι μήνες στην Αίγυπτο. Όμως, η ιστορία του με την Καστοριά δεν είχε τελειώσει. Η ομάδα, που πλέον αγωνιζόταν στη Β' Εθνική (2005-06), είχε κάνει ένα καταστροφικό ξεκίνημα, βρισκόμενη καθηλωμένη στη 14η θέση ανάμεσα σε 18 ομάδες. Το τηλέφωνο του γεννημένου στα Μπίτολα τεχνικού χτύπησε ξανά, μέσω του μάνατζερ Πάνου Δαδάλα, ο οποίος του ζήτησε να επιστρέψει για να σώσει την παρτίδα.
«Μου μετέφερε πόσο πολύ με αγαπούσαν. Το πλάνο τους ήταν να σταθεροποιήσουμε την ομάδα εκείνη τη χρονιά και την επόμενη σεζόν να βάλουμε πλώρη για τη μεγάλη επιστροφή στην Α' Εθνική».
Η επιστροφή του στον πάγκο, στις 27 Δεκεμβρίου του 2005, λειτούργησε ως πραγματικό ηλεκτροσόκ. Με μια εντυπωσιακή αντεπίθεση διαρκείας, η Καστοριά άρχισε να ξεμακραίνει από τις επικίνδυνες θέσεις, με τον Τζόκο Χατζιέφσκι να προλαβαίνει να συγκεντρώσει 21 πολύτιμους βαθμούς σε 15 παιχνίδια. Παρά το αγωνιστικό αυτό «θαύμα» και πριν καν ολοκληρωθεί η σεζόν - η οποία τελικά βρήκε την ομάδα στην τιμητική 6η θέση του βαθμολογικού πίνακα -, ήρθε ξαφνικά η δεύτερη απόλυσή του. Το κλίμα προς το πρόσωπό του είχε γίνει περίεργο, με τον ίδιο να νιώθει πως η δουλειά του δεν αντιμετωπιζόταν με τον δέοντα σεβασμό. Έτσι, η ολοκλήρωση της χρονιάς και η ανανέωση του συμβολαίου του δεν ήρθαν ποτέ.
Ακόμα και μετά από αυτόν τον άδοξο επίλογο, ο Χατζιέφσκι αποδεικνύει το σπάνιο μέταλλο του χαρακτήρα του: «Ούτε τότε ένιωσα κακία. Επιλέγω συνειδητά να κρατάω μέσα μου μόνο τις όμορφες στιγμές. Μιλώ πάντα με βαθύ σεβασμό για τον πρόεδρο και την οικογένειά του. Μάλιστα, με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να μεταφέρω και δημόσια τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην οικογένεια του Παναγιώτη Σπυρόπουλου για την προ ολίγων ετών απώλειά του».
Από την Ιαπωνία και το Αζερμπαϊτζάν στα γήπεδα των ΗΑΕ
Πριν ακόμα βρεθεί στον πάγκο της Καστοριάς, το μεγάλο προπονητικό ταξίδι του Τζόκο Χατζιέφσκι τον είχε οδηγήσει στην άλλη άκρη του πλανήτη, σε έναν εντελώς διαφορετικό ποδοσφαιρικό κόσμο, αυτόν της Ιαπωνίας, αναλαμβάνοντας την περίφημη Τζούμπιλο Ιβάτα, μια ομάδα με 3 εγχώρια πρωταθλήματα και 2 Τσάμπιονς Λιγκ Ασίας στο παλμαρέ της. Εκεί, οι επιτυχίες συνεχίστηκαν, καθώς κατέκτησε το Σούπερ Καπ Ιαπωνίας και οδήγησε την ομάδα στον τελικό του ασιατικού Τσάμπιονς Λιγκ για τρίτη φορά στην ιστορία της.
Η πορεία μέχρι τον τελικό ήταν μυθική: η ομάδα έφτασε εκεί απόλυτα αήττητη, μετρώντας μόνο νίκες και χωρίς να δεχτεί ούτε ένα γκολ στο παθητικό της! Στον μεγάλο τελικό, απέναντι στην πανίσχυρη Αλ Χιλάλ, το παιχνίδι έληξε 2-2 στην κανονική διάρκεια, με την κούπα να χάνεται τελικά στις λεπτομέρειες του «ξαφνικού θανάτου» στην παράταση. Παρά την τεράστια εκτίμηση των Ιαπώνων, που του πρότειναν τριετές συμβόλαιο συνεργασίας, ο Χατζιέφσκι παρέμεινε μόνο για έναν χρόνο. «Η απόσταση ήταν πάρα πολύ μεγάλη και αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που με απέτρεψε από το να συνεχίσω εκεί», εξηγεί. «Κρατάω όμως τις καλύτερες αναμνήσεις. Η Ιαπωνία είναι μια χώρα με τις πιο τέλειες συνθήκες που μπορεί να συναντήσει ποτέ ένας επαγγελματίας προπονητής και ποδοσφαιριστής».
Ένας άλλος σπουδαίος σταθμός στην καριέρα του γράφτηκε στο Αζερμπαϊτζάν. Αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία της Μπακού, πέτυχε το απίστευτο: κατέκτησε το πρωτάθλημα Αζερμπαϊτζάν το 2009, κερδίζοντας τη «μάχη» απέναντι στο μεγαθήριο της χώρας, την Καραμπάγκ, η οποία διέθετε ασύγκριτα μεγαλύτερο οικονομικό μπάτζετ. Η τεράστια αυτή επιτυχία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι νωρίτερα (1996-99) είχε διατελέσει ομοσπονδιακός τεχνικός της εθνικής ομάδας της χώρας του, λειτούργησε ως το ιδανικό «διαβατήριο» για τον πάγκο της Εθνικής ομάδας του Αζερμπαϊτζάν, την οποία καθοδήγησε για τέσσερα χρόνια (2008-12).
Το μεγάλο ταξίδι του συνεχίστηκε μετέπειτα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε κορυφαίους συλλόγους πρώτης κατηγορίας στο Ντουμπάι και το Άμπου Ντάμπι - ανάμεσά τους και η Έμιρεϊτς Κλαμπ. Εκεί κέρδισε τη φήμη του προπονητή των ειδικών αποστολών, σώζοντας ομάδες όπως η Χάτα και η Αλ Ντάφρα, ενώ έχασε έναν σίγουρο τίτλο πρωταθλήματος με την Έμιρεϊτς (όντας στο +10) λόγω της οριστικής διακοπής από την πανδημία. Η Σαουδική Αραβία αποτέλεσε τον επόμενο σταθμό του, κλείνοντας έναν κύκλο άνω των 10 ετών γεμάτο μοναδικές παραστάσεις στα πλούσια πρωταθλήματα του Κόλπου.
Το νέο «θαύμα» στη Βουλγαρία με τον εγγονό στο πλευρό του
Η αστείρευτη δίψα του για το ποδόσφαιρο τον οδήγησε το περασμένο καλοκαίρι σε μια ολοκαίνουρια σελίδα στην καριέρα του, αυτή τη φορά στη γειτονική Βουλγαρία, αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία της Σπαρτάκ Βάρνας. Ήταν μια αποστολή που πολλοί θεωρούσαν καταδικασμένη. «Όταν πήγα, όλοι μου έλεγαν πως δεν θα τα καταφέρω, πως η ομάδα ήταν αδύνατο να σωθεί», αποκαλύπτει. Το σκηνικό έμοιαζε αποθαρρυντικό: ένα ρόστερ γεμάτο νεαρούς και παντελώς άπειρους παίκτες από την Α' κατηγορία, εξαιρετικά περιορισμένο μπάτζετ, απουσία χορηγών και χωρίς κανέναν ξένο ποδοσφαιριστή.
Κι όμως, το «μέταλλο» του Χατζιέφσκι μίλησε ξανά. Μέσα από ένα υποδειγματικό κλίμα εντός και εκτός αποδυτηρίων, η Σπαρτάκ Βάρνας πέτυχε το ακατόρθωτο, εξασφαλίζοντας τη σωτηρία της την τελευταία κυριολεκτικά αγωνιστική. «Ήταν μια επιτυχία που πανηγυρίστηκε σαν να κερδίσαμε το πρωτάθλημα! Για εμάς, αυτό το αποτέλεσμα ήταν σαν τίτλος», τονίζει με ενθουσιασμό.
Αυτή η σεζόν, όμως, είχε και μια βαθιά προσωπική, συγκινητική ιδιαιτερότητα για τον ίδιο. Στη Βάρνα είχε μαζί του τον εγγονό του (τον γιο της κόρης του) Γκιόργκ Στογιανόφσκι, τον οποίο προπονεί τα τελευταία δύο χρόνια. Πρόκειται για ένα σπουδαίο ταλέντο που αγωνιζόταν από τα 16 του στη Βαρντάρ Σκοπίων. Φέτος, ο 22χρονος νεαρός επιθετικός πραγματοποίησε μια εκπληκτική χρονιά με εντυπωσιακά νούμερα: πέτυχε 9 γκολ και μοίρασε 2 ασίστ σε μόλις 12 συμμετοχές (από τις 24 συνολικά του πρωταθλήματος, καθώς έχασε 6 παιχνίδια λόγω γραφειοκρατικών προβλημάτων με τη βίζα και άλλα 6 λόγω τραυματισμού)! Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας, κερδίζοντας την απόλυτη εκτίμηση της διοίκησης και των συμπαικτών του, ενώ το όνομά του ψιθυρίζεται ήδη έντονα στα δημοσιογραφικά γραφεία ως ένα από τα μεγαλύτερα μελλοντικά projects.
Η καθολική λατρεία του κόσμου και το μυστικό της επιτυχίας
Σε όποια γωνιά του πλανήτη κι αν εργάστηκε, ο Τζόκο Χατζιέφσκι είχε πάντα έναν πιστό σύμμαχο: την ανιδιοτελή αγάπη των φιλάθλων. Στην ιστορική Βαρντάρ Σκοπίων τιμήθηκε επίσημα ως ο κορυφαίος προπονητής στην ιστορία του συλλόγου, ενώ σε κάθε του ποδοσφαιρικό σταθμό το όνομά του γινόταν σύνθημα στα χείλη της εξέδρας.
Αυτό που έζησε φέτος στη Σπαρτάκ Βάρνας, όμως, ξεπέρασε κάθε προσδοκία, αφήνοντας άναυδο ακόμα και τον ίδιο. «Ήταν κάτι το εκπληκτικό, μια πρωτοφανής έκπληξη για μένα. Είτε κερδίζαμε είτε χάναμε, ο κόσμος στο τέλος με χειροκροτούσε όρθιος», εξομολογείται φανερά συγκινημένος. Αυτή η τεράστια αναγνώριση οδήγησε και στην ανανέωση της παρουσίας του στον πάγκο της ομάδας και για την επόμενη σεζόν.
Όταν, τελικά, τον ρωτούν ποιο είναι το μεγάλο μυστικό που τον κάνει να κερδίζει τις καρδιές των φιλάθλων και των παικτών όπου κι αν βρεθεί, ο ίδιος απαντά με απόλυτη ειλικρίνεια: «Θεωρώ ότι όλα ξεκινούν από τον χαρακτήρα μου. Σε κάθε ομάδα που εργάστηκα, πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις για το καλό του συλλόγου. Είμαι πάντα ειλικρινής, ήρεμος και δεν μου αρέσει να δημιουργώ προβλήματα ή εντάσεις στους αγώνες, δείχνοντας πάντα απόλυτο σεβασμό στους αντιπάλους και τους διαιτητές. Για μένα, το να δέχομαι τέτοια αγάπη είναι το ομορφότερο συναίσθημα στον κόσμο. Στο κάτω-κάτω, για τον κόσμο παίζουμε ποδόσφαιρο. Νιώθω βαθιά τυχερός και ευγνώμων που στα 35 χρόνια της προπονητικής μου καριέρας, έχω εισπράξει τόσο μεγάλο σεβασμό», καταλήγει ο σπουδαίος τεχνικός.
Ένα μήνυμα γεμάτο αγάπη για την Καστοριά
Πριν κλείσει η κουβέντα μας, ο 71χρονος σήμερα Τζόκο Χατζιέφσκι θέλησε να στείλει μέσω του Kastoras Sports ένα προσωπικό, συγκινητικό μήνυμα γεμάτο ευχές σε όλους τους φίλους της Καστοριάς, αποδεικνύοντας ότι οι μεγάλες ποδοσφαιρικές αγάπες δεν σβήνουν ποτέ: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στήριξη που μου προσφέρατε όλα τα χρόνια που ήμουν στην Καστοριά. Αγαπάω πολύ αυτόν τον κόσμο και θα υποστηρίζω για πάντα αυτή την ομάδα. Πιστεύω βαθιά πως μια μέρα θα έρθω ξανά στην Καστοριά, όχι ως αντίπαλος, αλλά για να κάτσω μαζί με τους φίλους μου εκεί, στην κερκίδα. Η μεγάλη μου επιθυμία είναι να δω την Καστοριά στην Α' Εθνική, και να μπορέσω να χαρώ και εγώ μαζί σας για αυτή την επιτυχία. Θέλω να έρθω και να νιώσω ξανά την Καστοριά σαν το σπίτι μου. Από τη μεριά μου, στα χρόνια που ήμασταν μαζί, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Θα κρατήσουμε επαφή. Τα θερμά μου χαιρετίσματα σε όλους!»
Καραμανλής Νίκος







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου